Παρατηρήσεις της Ένωσης Ποινικολόγων & Μαχόμενων Δικηγόρων επί συγκεκριμένων άρθρων και διατάξεων του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο:
«Αντιμετώπιση νέων μορφών βίας κατά των γυναικών – Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1385 – Πρόσθετες ρυθμίσεις στον νόμο περί ενδοοικογενειακής βίας – Αναδιοργάνωση των ιατροδικαστικών υπηρεσιών – Ενίσχυση της λειτουργίας της Eurojust – Μέτρα για την προστασία των ανηλίκων και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας – Δικονομικές διατάξεις αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και άλλες ρυθμίσεις».
Άρθρο 6 Σχ Ν
Παράνομη βία – Καταναγκασμός σε γάμο – Προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 330 ΠΚ (αρθρ. 4 της Οδηγίας)
Παρατήρηση:
Η 3η παράγραφός που προστίθεται στο άρθρο 330 του ΠΚ είναι εν πολλοίς αόριστη δημιουργώντας ανασφάλεια δικαίου.
Ειδικότερα, στο χωρίο που αναφέρει ότι:
«Όποιος με τη χρήση οποιασδήποτε , μορφής βίας ή απειλής βίας άλλων εξαναγκαστικών μέσων ή με επιβολή ή κατάχρηση εξουσίας , ή αποσπώντας τη συναίνεση με τη χρήση απατηλών μέσων … προσελκύει ή ωθεί άλλον να συνάψει γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης , τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως ένα έτος και χρηματική ποινή» .
Τυποποιείται έγκλημα πολύτροπο το οποίο έχει ως στόχο να ποινικοποιήσει και να εντάξει στις περιπτώσεις της παράνομης βίας και εκείνες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, ο δράστης ασκώντας βία σε άλλον, τον εξαναγκάζει σε σύναψη γάμου ή συμφώνου συμβιώσεως.
Ωστόσο, ως γνωστόν η «χρήση απατηλών μέσων» επαφίεται σε ελαττώματα της βούλησης του παθόντος υπό την μορφή της πλάνης – απάτης – απειλής του αστικού δικαίου και δεν μπορεί να ενταχτεί στην έννοια της «παράνομής βίας» υπό το πρίσμα του ποινικού δικαίου διότι υπό την προϋπόθεση αυτή αν επί παραδείγματι δράστης επί παραστήσει «με μέσα απατηλά» στην «παθούσα» ή στον «παθόντα» ότι διαθέτει μεγάλη οικονομική ευρωστία και με τον τρόπο αυτόν την/τον «ωθήσει» ή «προσελκύσει» σε σύναψη γάμου ή συμφώνου συμβίωσης, με βάση την τροποποίηση του Σχεδίου Νόμου το έγκλημα της παράνομής βίας δύναται να τελεστεί κατά απόλυτη παρέκκλιση της ίδιας της ratio του άρθρου όπως διαχρονικά ερμηνευόταν και ερμηνεύεται από τα Δικαστήρια, σύμφωνα με τα οποία η έννοια της βίας πρέπει να ερμηνεύεται είτε ως ακαταμάχητη σωματική βία (vis abdoluta) είτε έστω ως ψυχολογική βία (vis compulsiva) η οποία αιτιωδώς θα πρέπει να συνδέεται με παράνομο αποτέλεσμα.
Άλλωστε ο αμιγώς αξιολογικός ορισμός των «απατηλών μέσων» αν δεν αποσαφηνιστεί πλήρως από τον νομοθέτη, θα επιφέρει ιδιαίτερα δυσμενείς συνέπειες για περισσότερα άρθρα πλην του 330 ΠΚ και αυτό διότι επί πολλών σύνθετων εγκλημάτων, είτε εν στενή εννοία (πχ ληστεία 380ΠΚ), είτε εν ευρεία έννοια (ειδικά στο έγκλημα του βιασμού 336 ΠΚ), απαραίτητός όρος για τη στοιχειοθέτηση αυτών ως προς την αντικειμενική τους υπόστασή είναι ακριβώς η έννοια της «παράνομης βίας» όπως στοιχειοθετείται στο 330 ΠΚ.
Άρθρο 8 Σχ Ν
Αρθρ. 337 Παρ. 5. εδ. 2 ΠΚ
Στο άρθρο αυτό με τίτλο προσβολή γενετήσιας αξιοπρέπειας προστίθεται η παράγραφος 5 όπου:
«Όποιος κοινοποιεί ή αποστέλλει σε άλλον, χωρίς τη συναίνεσή του, με οποιονδήποτε τρόπο ή με τη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών και επικοινωνιών, πραγματική ή σχεδιασμένη εικόνα ή οπτικό ή οπτικοακουστικό υλικό αποτυπωμένο σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα, που απεικονίζει γεννητικά όργανα, κατά τρόπο που δύναται να προκαλέσει φόβο, ανησυχία ή ψυχολογική βλάβη στο πρόσωπο που λαμβάνει το υλικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη. Αν το αδίκημα του προηγούμενου εδαφίου διαπράχθηκε κατά προσώπου που φέρει την ιδιότητα δημόσιου εκπροσώπου, δημοσιογράφου ή υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή ο δράστης τελεί σε ιεραρχική σχέση ή σχέση εξάρτησης με το θύμα, συντρέχει ιδιαίτερη επιβαρυντική περίσταση».
Παρατήρηση:
Στην υπό κρίση παράγραφο ο νομοθέτης επιλέγει συγκεκριμένες ιδιότητες που πρέπει να έχει ένα θύμα για να αποτελεί η πράξη εις βάρος του δράστη ιδιαίτερα επιβαρυντική περίσταση. Από τη γραμματική ερμηνεία της παραγράφου ελλοχεύει ανεπίτρεπτή δυσμενής διάκριση κοινωνικής φύσεως σε σχέση με το εκάστοτε θύμα και μάλιστα χωρίς εν τοις πράγμασι να μπορεί να δικαιολογηθεί αυτή η διαφορετική μεταχείριση, δεδομένου πως η διάταξη δεν προστατεύει τα πραγματικά ευάλωτα πρόσωπα (πχ ανήλικοι)
Άρθρο 10 Σχ. Ν
Διαδικασία υποβολής καταγγελίας βίας κατά των γυναικών ή εξ οικείων βίας (άρθρο 14 της Οδηγίας 2024/1385)
- Η καταγγελία για τα εγκλήματα του άρθρου 13 μπορεί να υποβάλλεται πέρα από τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, προφορικά μέσω τηλεφώνου ή άλλων συστημάτων φωνητικών μηνυμάτων ή μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, προσβάσιμης και σε άτομα με αναπηρία, στην αρμόδια υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας (ΕΛ.ΑΣ.). Σε κάθε περίπτωση, ο καταγγέλλων έχει δικαίωμα να λάβει αντίγραφο της καταγγελίας του, παροχή βοήθειας πρόσφορης και ανάλογης με την ηλικία του, συμπεριλαμβανομένης και της αναγκαίας γλωσσικής βοήθειας, η οποία περιλαμβάνει τη δωρεάν μετάφραση του έγγραφου αποδεικτικού της καταγγελίας του και κάθε πρόσφορο μέσο υποβολής αποδεικτικών στοιχείων
Παρατήρηση:
Με την υποβολή καταγγελίας – μήνυσης μέσω τηλεφώνου ελλοχεύει ο κίνδυνος κάθε καταγγελία να οδηγείται σε αυτόφωρη διαδικασία δίχως να μπορεί ο προανακριτικός υπάλληλος να αξιολογήσει την βασιμότητα αυτής την οποία «φιλτράρει» όσο είναι δυνατόν με το ισχύον πλαίσιο.
Άρθρο 14 Σχ Ν
Ειδικές ρυθμίσεις για την προδικασία, τη λήψη προληπτικών μέτρων και μέτρων δικονομικού καταναγκασμού, την αρμοδιότητα, την παραπομπή, την εκδίκαση και την εκτέλεση της ποινής επί αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας – Προσθήκη άρθρου 10 Α στον νόμο 3500/2006 (αρθρ. 19 της Οδηγίας 2024/1385.
Παρατήρηση:
Η 2η παράγραφός του ως άνω άρθρου παραβιάζει πλήρως και ευθέως το ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφέσεως όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 497 ΚΠΔ, δεδομένου πως παρά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 5090/2024 με βάση τον συνδυασμό των διατάξεων της παρ 4 και 8 του ως άνω άρθρου (497 ΚΠΔ) , ακόμα και σε κακουργήματα θα πρέπει η έφεση κατά κανόνα να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα και μάλιστα κατά ρητή επιταγή της 8ης παραγράφου του 497 το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν χορηγείται μόνο αν ο κατηγορούμενος
«…. Έχει κάνει προπαρασκευαστικές ενέργειές για να διευκολύνει την φυγή του ή κατά τον παρελθόν υπήρξε φυγόποινός ή φυγόδικός ή κρίθηκε ένοχος για απόδρασή κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής εφόσον από τη συνδρομή των παραπάνω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής ή κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανό … να διαπράξει και άλλα εγκλήματα».
Άλλωστε, ο Νομοθέτης στην διάταξη του άρθρου 497 παρ. 7-8 Κ.Π.Δ δεν διακρίνει τα αδικήματα αλλά θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δυνάμει των οποίων ο κάθε κατηγορούμενος δικαιούται ή δεν δικαιούται την χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος.
Ως εκ τούτου η συλλήβδην και άνευ αιτιολογίας μη χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματός σε περιπτώσεις μάλιστα που ο δράστης διαπράττει ΠΛΗΜΜΜΕΛΗΜΑ (και όχι κακούργημα) ενδοοικογενειακής βίας κατά τα οριζόμενα στην παρ 2 του νέου άρθρου 10 Α είναι αντίθετη με το ανασταλτικό αποτέλεσμα των ενδίκων μέσων, καθίσταται δικονομικά πλήρως απαράδεκτη.
Παρομοίως δικονομικά απαράδεκτή καθίσταται η παρ. 3 του ως άνω νέου άρθρου 10 Α του 3500/2006, διότι εξαρχής επιτρέπει την επιβολή του δυσμενέστερου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού της προδικασίας, ήτοι αυτό της προσωρινής κρατήσεως για πλημμελήματα που αφορούν ενδοοικογενειακή βία και μάλιστα τα οποία δύναται τελικώς να τιμωρηθούν με ποινή φυλάκισης μόλις 1 έτος!
Βάσει του 286 παρ 2 του ΚΠΔ η προσωρινή κράτηση ως σήμερα επιτρέπεται μόνο για τα κακουργήματα και εντελώς εξαιρετικά στο πλημμέλημα της ανθρωποκτονίας εξ αμέλειας και μάλιστα κατά συρροή!
Συνεπώς η παρ. 3 του νέου 10 Α 3500/06 παραβιάζει πλήρως την θεμελιώδη και συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας .
Επίσης προβληματική δικονομικά καθίσταται η παρ 6. του ανωτέρω αφού επί της ουσίας υπεισέρχεται το θύμα στην θέση «οιονεί φυσικού δικαστή» διότι το δικαστήριο δύναται (με κανόνα την κράτηση) στις περιπτώσεις των άρθρων 417 έως 427 Κ.Π.Δ εφόσον «γνωμοδοτήσει» το θύμα να αχθεί σε κρίση περί της κράτησης με αιτιολογία «κίνδυνος τέλεσης νέων αδικημάτων».
Τέτοιου τύπου δικονομική «αναβάθμιση» του θύματος δύναται να οδηγήσει σε ακραία δικονομικά φαινόμενα μεροληψίας κατά του εκάστοτε κατηγορουμένου του οποίου η δικονομική τύχη, θα εξαρτάται από την «γνώμη» του καταγγέλλοντος προσώπου. Επέρχεται με αυτό τον τρόπο πλήρης διάρρηξη της αρχής της ισότητας των όπλων ενώ θα επέλθει και καταστρατήγηση του δικαιώματος ακρόασης του κατηγορουμένου αφού δεν προβλέπεται στην υπό κρίση διάταξη το δικαίωμα του να αντιτάξει κάτι σχετικά με την άποψη του θύματος!
Ωστόσο σε πρακτικό επίπεδο η γνώμη του θύματος και κατά συνέπεια η μοναδική ελπίδα του εκάστοτε κατηγορουμένου να μην κρατηθεί προσωρινά σε περίπτωση αναβολής στα πλαίσια των άρθρων 417 – 427 Κ.Π.Δ, δεν θα τύχει εφαρμογής με την διάταξη να παρουσιάζει prima facie εκκωφαντική αλυσιτέλεια, αφού όταν ο κατηγορούμενος οδηγείται ενώπιον του δικαστηρίου κατά την αυτόφωρη διαδικασία και αιτείται τριήμερη προθεσμία για να προετοιμάσει την υπεράσπιση του, το φερόμενο ως θύμα σχεδόν όλες τις φορές δεν έχει προλάβει να κληθεί δεδομένου της ταχύτητας της διαδικασίας (σπανίως εμφανίζεται αυτοβούλως συνήθως με συνήγορο για να δηλώσει την υποστήριξη της κατηγορίας). Συνεπώς εξ αυτού του λόγου εξανεμίζεται όποια ελπίδα είχε ο κατηγορούμενος, αφού το δικαστήριο ακούσει το θύμα να κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος κράτησης του.
Κεφάλαιο ΄Β
Άρθρο 24 Σχ Ν
«Συμμετοχή προσώπου που έχει δηλώσει υποστήριξη της κατηγορίας στη διαδικασία ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου για την εξέταση του αιτήματός χορήγησής υπό όρο απόλυσης, για ειδικώς οριζόμενα εγκλήματα..» – Τροποποίηση του άρθρου 110 ΠΚ
Παρατήρηση:
Δικονομικά, η παράσταση προς υποστήριξή της κατηγορίας ολοκληρώνεται πλέον, μετά τις αλλαγές του 4619/2029 με την έκδοση πρωτοβάθμιας απόφασης. Το δικαίωμα κατάθεσης υπομνήματος στην ως άνω περίπτωση, από το πρόσωπο που έχει δηλώσει την υποστήριξη της κατηγορίας αποτελεί νομική εκτροπή. Οι προϋποθέσεις για την υφ’ όρο απόλυση ενός κρατουμένου είναι συγκεκριμένες και εξαρτώνται από την διαγωγή του, την συμπεριφορά του εν γένει κατά την κράτηση του, ενώ λαμβάνεται υπ’ όψιν και έκθεση της κοινωνικής υπηρεσίας του καταστήματος.
Ο ρόλος της υποστήριξης της κατηγορίας έχει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια και αφορά την συμμετοχή του θύματος ως διαδίκου στην ποινική δίκη η οποία ενεργοποιείται κατά τους όρους του άρθρου 63 ΚΠΔ, το οποίο αναφέρεται ρητώς στο δικαίωμα παράστασης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας της υποθέσεως (επί της ενοχής). Πως είναι δυνατόν άραγε το θύμα που υποστηρίζει την κατηγορία να έχει γνώμη όταν ο κατηγορούμενος έχει εκτίσει την ποινή του και κρίνεται πλέον από την προσωπικότητα που έχει διαμορφώσει σε καθεστώς εγκλεισμού αν είναι έτοιμος να ενταχθεί εκ νέου στην κοινωνία;
Το εν λόγω διάδικό μέρος δεν έχει λόγο ούτε επί της ποινής ούτε επί των ελαφρυντικών του δράστη και κυρίως δεν νομιμοποιείται ούτε με τις πρόσφατές αλλαγές του 5090/2024 να ασκήσει έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης!
Άρθρο 25 Σχ. Ν
Παραβίαση – υποτροπή κατά τη διάρκεια ισχύος αναμορφωτικών μέτρων που έχουν επιβληθεί για πράξη που αν την τελούσε ενήλικος θα ήταν κακούργημα – Προσθήκη παρ. 5 στο άρθρο 124 του Ποινικού Κώδικα
Στο άρθρο 124 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), περί μεταβολής ή άρσης αναμορφωτικών ή θεραπευτικών μέτρων, προστίθεται παρ. 5 ως εξής:
«5. Το δικαστήριο που δίκασε μπορεί, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 127, να αντικαταστήσει τα αναμορφωτικά μέτρα με κατ’ οίκον έκτιση ή με παροχή κοινωφελούς εργασίας και σε περίπτωση που τα παραπάνω δεν επαρκούν, με περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων με μέγιστη διάρκεια τα τρία (3) έτη: α) εφόσον κατά τη διάρκεια ισχύος τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για πράξη που, αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα ή β) αν παραβιάζονται εξακολουθητικά.
Παρατήρηση:
Με την υπό κρίση τροποποίηση προκύπτει ευθέως παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του ανήλικου κατηγορουμένου. Η εφαρμογή της άρσης των αναμορφωτικών μέτρων σε περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης για κακούργημα με περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων (ακόμη και δυνητικά) αποτελεί προσβολή των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Σε καμία περίπτωση απλώς και μόνο η άσκηση ποινικής δίωξης ακόμη και για κακούργημα δεν μπορεί να αποτελέσει κατά μόνας και αυτοτελώς δυνητικό λόγο εγκλεισμού ενός ανήλικου στη φυλακή όταν για την νέα πράξη για την οποία απλώς διώκεται δεν έχει απολογηθεί ενώπιον του φυσικού του δικαστή. Η πρακτική αυτή παραβιάζει το άρθρο 6 παρ 2 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα στο οποίο επίσης έχει προσχωρήσει η Χώρα μας και κατ΄ επέκταση το άρθρο 28 παρ 2 του Συντάγματος.
Άρθρο 28 Σχ Ν
«Διακεκριμένες μορφές συμπλοκής του άρθρου 313 ΠΚ»
Παρατήρηση :
Με βάση την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συμπλοκής μέχρι και σήμερα (με τον Ν. 5090/2024) αποτελεί έγκλημα πολυπρόσωπο ή άλλως «αναγκαίας συμμετοχικής δράσης».
Ωστόσο, η μη υπαίτια συμμετοχή προσώπου σε συμπλοκή δεν επηρεάζει την αντικειμενική υπόσταση και τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αφού γι΄ αυτήν απαιτείται μόνο η πραγματική παρουσία τουλάχιστον τριών προσώπων ανεξαρτήτως υπαιτιότητάς τους, αλλά είναι απαραίτητός όρος για να μην έχει προσωπική ποινική ευθύνη αυτός που χωρίς υπαιτιότητά του (δόλος) έλαβε μέρος στη συμπλοκή.
Συνεπώς η κατάργηση της φράσης «…εκτός αν έχει εμπλακεί χωρίς υπαιτιότητά του» που επιφέρει ο νέος νόμος δεν εισφέρει απολύτως τίποτα στην επιστήμη δεδομένου πως με βάση τα ανωτέρω η στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπότασης του εγκλήματος λαμβάνει χώρα σε κάθε περίπτωση με την παρουσία και μόνο των προσώπων, αλλά απεναντίας διευρύνει ενδεχομένως το αξιόποινο σε πρόσωπά τα οποία εν τοις πράγμασι ως θύματα μπορεί να συμμετείχαν στην συμπλοκή.
Άρθρο 31 Σχ. Ν
Πλήρης ικανοποίηση σε πλημμελήματα και κακουργήματα κατά της ιδιοκτησίας – Τροποποίηση παρ 3. Και αντικατάστασή παρ. 4 του άρθρου 381 ΠΚ
Και
Πλήρης ικανοποίηση σε πλημμελήματα και κακουργήματα κατά της περιουσίας – Τροποποίηση παρ. 3 και προσθήκη παρ. 4 στο άρθρο 405 ΠΚ .
Παρατήρηση:
Οι αλλαγές στις «γενικές διατάξεις» των εγκλημάτων κατά της ιδιοκτησίας και περιουσίας επήλθαν κυρίως με τις αλλαγές του 4619/2029.
Στόχος του εκεί νομοθέτη με βάση την αιτιολογική έκθεσή του νόμου ήταν ότι για τα εγκλήματα εκείνα (κακουργήματα ή πλημμελήματα) τα οποία δεν έχουν στοιχεία βίας αλλά στρέφονται αποκλειστικά κατά πραγματοπαγών εννόμων αγαθών το αξιόποινο των δραστών υποχρεωτικά εξαλείφεται με έμπρακτή μετάνοια η οποία πρέπει ως προϋπόθεση να αφορά την πλήρη αποκατάσταση του θύματός και να είναι ανάλογη με το στάδιο εκείνο της διαδικασίας (προδικασίας ή κύριας διαδικασίας) στην οποία ζητείται. Διατάξεις οι οποίες εν τοις πράγμασι βοηθούν αφενός στην αποκατάσταση της συστημικής τάξης και εμπιστοσύνης (γενική και ειδική πρόληψη) δεδομένου πως ο δράστης πρέπει πλήρως και εντόκως να αποζημιώνει το θύμα και αφετέρου βοηθούν αναντίρρητα στην ταχεία απονομή της δικαιοσύνης αλλά και τη διασφάλιση δημοσίων πόρων, δεδομένου πως δεν απαιτείται να γίνονται δίκες επί δικών για τέτοιου τύπου πραγματοπαγή εγκλήματα .
Οι αλλαγές που επιφέρει στην παράγραφό 3 (βλ περ «αγ΄» )ο νέος νόμος του άρθρου 381 ΠΚ και αντιστοίχως στην ίδια παράγραφό του 405, ήτοι η κατάργηση της λέξης «απαλλάσσεται» και η αντικατάστασή της από την φράση « μπορεί να απαλλάσσεται» αφήνει την εφαρμογή της διάταξης της έμπρακτής μετάνοιας στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστή και επομένως φαλκιδεύει την ίδια την ratio του 4619/19 εντελώς αναιτιολόγητα.
Επιπροσθέτως όσον αφορά την 4η παράγραφό που προστίθεται με τον νέο νόμο στα άρθρα 381 και 405 ΠΚ κατά τρόπο αδικαιολόγητο ο οποίος δεν διευκολύνει ούτε την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης ούτε εισφέρει κάτι στην αποκατάστασή της συστημικής εμπιστοσύνης αποστερεί από τους δράστες κακουργημάτων πραγματοπαγών και μόνο αγαθών την δυνατότητα έμπρακτής μετάνοιας διότι τους επιφυλάσσει την επιβολή μειωμένης ποινής κατά το άρθρο 83 ΠΚ.
Το ερώτημα το οποίο ευλόγως γεννάται είναι, πως αν τελικά ο δράστης κακουργηματικής πράξης προσβολής κατά της ι της περιουσίας δεν απαλλάσσεται πλήρως από την ποινική ευθύνη για ποιο λόγο να ομολογήσει την πράξη του και να αποκαταστήσει τον παθόντα;
Άρθρο 37 Σχ. Ν
Αντικατάσταση περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση σε περίπτωση άσκησης νέας ποινικής δίωξης για συγκεκριμένα εγκλήματά – Τροποποίηση άρθρου 296 ΚΠΔ.
Στο άρθρο 296 ΚΠΔ προστίθενται νέα εδάφια , δεύτερό και τρίτο.
Παρατήρηση:
Περιοριστικοί ως μέτρο δικονομικού καταναγκασμού στην προδικασία επιβάλλονται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ρητά ορίζει το άρθρο 282 ΚΠΔ, ενώ η προσωρινή κράτηση που αποτελεί την επαχθέστερή ανακριτική πράξη στην προδικασία επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που περιοριστικά ορίζει το άρθρο 286 ΚΠΔ και έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με τους περιοριστικούς όρους όπως επιτάσσει όχι μόνο ο τυπικός νόμος αλλά και η ίδια η έννοια του Κράτους Δικαίου!
Η επιβολή τους ενέχει εξαρχής προβληματικό χαρακτήρα διότι επιβάλλονται σε πρώιμο στάδιο της ποινικής προδικασίας με σύμφωνη γνώμη ανακριτού και εισαγγελέως (άρθρο 288ΚΠΔ) , ήτοι χωρίς να έχουν τα εχέγγυα και την ωριμότητα μιας δικαστικής απόφασης.
Επί της ουσίας πρόκειται για προ-ποινές χωρίς όμως να επιβάλλονται από Δικαστήριο. Η άσκηση απλώς και μόνο της οποιασδήποτε πρώιμης ποινικής δίωξης ακόμα και για σοβαρά κακουργήματα δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ενοχή αλλά παραλλήλως ειδικά στο πλαίσιο της ποινικής δίωξης το αποδεικτικό υλικό τις περισσότερές φορές είναι ισχνό και αδύναμο και άλλοτε είτε καταρρίπτονται οι κατηγορίες στην διάρκεια της προδικασίας , είτε συνηθέστερά στην κύρια διαδικασία είτε πολλές φορές υφίστανται και επιεικέστερη μεταβολή της κατηγορίας. Αυτή η πραγματολογική παρατήρηση δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά πως δεν ενεργεί με επάρκεια ο εκάστοτε Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών που κινεί τη δίωξη, αλλά σημαίνει πως δεδομένου του πρώιμου σταδίου δεν έχει απαραίτητα το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό.
Ως εκ τούτου η υποχρεωτική αντικατάσταση κατά την α΄ και β΄ περίπτωση του δεύτερου εδαφίου του νέου άρθρου 296 των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση και η υποχρεωτική επιβολή της προσωρινής κράτησης για κάθε νέα δίωξη σύμφωνα με το 3ο εδάφιο εξαιτίας απλώς και μόνο της άσκησης ποινικής διώξεως, όχι απλώς πάσχει επιστημονικά δεδομένου πως παραβιάζει άμεσα το άρθρο 282 ΚΠΔ αλλά παραλλήλως αποστερεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο έννομο αγαθό της ελευθερίας του προσώπου χωρίς επαρκή στοιχεία παραβιάζοντας κάθε έννοια Κράτους Δικαίου.
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ
ΕΝΩΣΗΣ ΠΟΙΝΙΚΟΛΟΓΩΝ & ΜΑΧΟΜΕΝΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
